Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Επιστροφή.

Τα νεκρά κύτταρα από το σώμα της Κρίσης ήταν με την πρώτη ματιά ανέμελα σωματίδια σκόνης που μπαινόβγαιναν στο δωμάτιό μου, τις ηλιόλουστες ιδίως μέρες. Κάποτε άρχισαν να αναπτύσσονται, ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε να αποφασίσω να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου, κι έτσι τώρα είναι ένα κουβάρι πηχτής σκόνης στο παρκέ, που δεν το σκουπίζω γιατί βαριέμαι τη φασίνα, αλλά πατάω πάνω του και όσο μεγαλώνει αυτό, ψηλώνω εγώ τους αντίστοιχους πόντους.

Άργησα να καταλάβω πως ζω σε τόπο που γράφει την νεότερη ιστορία του, και αποφάσισα να μείνω εδώ γιατί πάντα μου άρεσε το γράψιμο.

Αλλά τούτη δω η επιστροφή, σαν αφύπνιση που είναι περίπου, σημαδεύτηκε κι από ένα άλλο γεγονός που κάποτε θα έγραφα πως ήταν περίπου έρωτας και τώρα γράφω πως είναι το πιο ποταπό απ'όλα. Μια κρίση όχι μόνο οικονομική, ούτε μόνο αξιών, μια κρίση συναισθημάτων που ντρέπομαι να την ακουμπάω δίπλα στα προβλήματα της ανθρωπότητας, γι αυτό και την συλλαβίζω εδώ, γιατί είναι ενοχική.

Μικρή κοπέλα ακόμα, καμιά αιτία δεν διαφαίνεται για την αποδοκιμασία του έρωτα. Η τελευταία πράξη της τελευταίας σκηνής έριξε την αυλαία με γιουχαίσματα, μισογύνικους τραμπουκισμούς, αδιαφορία και χλευασμό για εκεί που μέχρι πριν λίγο καιρό υπήρχε, λέγαμε, αγάπη. Και κλαίγαμε.

Γι αυτό επέστρεψα στη δημιουργικότητα. Γιατί η άλλη επιλογή ήταν να κλαίω τους έρωτές μου.
Στη δεύτερη περίπτωση το διακύβευμα θα ήταν άρλεκιν και εντάξει, απλά δεν είναι του στυλ μου.
Για την πρώτη, θα γράψω και τη συνέχεια.