Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

η ελάχιστη μορφή

Κινδυνεύοντας να φανώ άτολμη μέσα στην κοινοτοπία των μικρών μου φυγών, πήρα ξανά το πλοίο για το ίδιο νησί. Εκεί, στη παράλληλη του ορίζοντα γραμμή που ξεχωρίζει το σινάπι από τη θάλασσα, στάθηκα και κοίταξα ίσια πέρα. Βρισκόταν ο κόσμος στην ελάχιστη μορφή του.

Απαλλαγμένος από κάθε περιττό κατασκεύασμα του πολιτισμού, από τερτίπια της φύσης κι από εξευγενισμένα σχήματα, στεκόταν έτσι, ακίνητος στους αιώνες και αεικίνητος, ο ουρανός με τη θάλασσα, δεμένοι στο άπειρο, ο κόσμος τούτος όπως πραγματικά είναι. Το παρελθόν και το παρόν μου ήταν τα μόνα που ήξερα να αντιπαραβάλλω στην γνώση που πρόσφερε το τοπίο, κι αυτά ήταν τόσο λίγα και ασήμαντα μπροστά σε κείνα που αποκάλυπτε ο κόσμος για τον εαυτό του, που σχεδόν άκουσα στον παφλασμό τα κύματα να καγχάζουν. "ανίδεη!"

Πριν σταθώ σε εκείνη την άκρη του γκρεμού, ήξερα γραφή, αριθμητική κι ανάγνωση. Είχα απορίες για τη ζωή και πιθανές απαντήσεις. Μα την ώρα που το μάτι δεν μπορεί να δει παρά την ακρούλα της ύπαρξης, τον κόσμο γυμνό και το τέλος του, το μόνο που αναρωτήθηκα ήταν αν είχα κάπου να πάω. Και πήγα. Γύρισα την πλάτη στον ορίζοντα και πήρα το δρόμο της επιστροφής. Δηλαδή δεν ξέρω αν ήταν αυτός της επιστροφής. Μπορεί η επιστροφή να είναι από την άλλη μεριά, στο μέρος εκείνο όπου μπορείς να γίνεις ο ελάχιστος εαυτός σου.

Δεν έκανα και πολλά στο νησί. Ή μπορεί και να τα έκανα όλα, στην ελάχιστη μορφή τους. Είναι τέτοιο το νησί, φτιαγμένο από πορώδες υλικό για να σφουγγίζει τα δάκρυα, τον ιδρώτα και γενικά ν'απορροφά. Με όλα τούτα φοβάμαι μη βουλιάξει. Μπάνιο δεν έκανα πάντως. Είχε τρεις μέρες συννεφιά, μια ήλιο, και μια σπάνια μέρα άστρα που τα έβγαλα περίπου 572.588.371 στο μέτρημα.

Άδειασα όσο κράτησε. Εφήμερα βέβαια όλα, χρειάστηκε ένα όνειρο σε σλίπινγκ μπαγκ στη βρώμικη μοκέτα του πλοίου για να επιστρέψω στην πραγματικότητα του άλλου τοπίου που έμαθα να συντηρώ από τη γέννηση ως και σήμερα. Μου πήρε 324 λέξεις μέχρι εδώ για να περιγράψω πως είναι να σε φυσάει ο αέρας στην άκρη του γκρεμού όσο να κάνει λακούβες το δέρμα σου και να κοιτάς βαθιά μέχρι να χαθούν και τα λίγα τελευταία χρώματα του κόσμου , τον ορίζοντα να λέει: 

"έλα ξανά με τη βάρκα σου, αλλιώς πήδα".








υ.γ.1+2: για το Πάσχα στο Χωριό, αρμόζει άλλο ποστ, μιαν άλλη μέρα. Όσο για σένα, που με τίποτα δεν είσαι ευτυχισμένος, είναι γιατί όταν παίζεις μουσική τα βράδια στα μπαράκια, δεν είσαι αυτός που την χορεύει κιόλας.

1 σχόλιο: