Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

ωραία που είναι να γράφεις ό,τι θες (ή όσα δεν μπόρεσε να πει η Όλγα)

Είχα ξεχάσει πως ήθελα να κάνω ξανά ένα μπλογκ. Κάπου το είχα σημειώσει δηλαδή, μπορεί να το είχα κολλήσει και με σελοτέιπ στον τοίχο δίπλα στο γραφείο μου (το blue tack δεν κολλάει για κανένα λόγο), αλλά αυτά τα κάνω περισσότερο για να φαίνεται ενδιαφέρων ο τοίχος μου.

Το Σάββατο 9/10, στην εφημερίδα ΔΡΟΜΟΣ, θα είναι δημοσιευμένο κάποιο κείμενο με τίτλο ΑΠΌ ΤΟΠΟ ΞΕΝΟ...
Πρόκειται για μια συνέντευξη που πήραμε από την Όλγα, οικιακή βοηθό από την Ουκρανία.
Η αρχική πρόθεση της γράφουσας ήταν να αποδώσει τη συνέντευξη σε ένα ενιαίο κείμενο, σαν μια μικρή ιστοριούλα που η ίδια η μετανάστρια αφηγείται, διατηρώντας όμως τα βασικά στοιχεία του λόγου της.
Που πάει να πάει συντακτικά και γραμματικά λάθη, χαλαρή εννοιολογική σύνδεση και τα λοιπά. Που πάει να πει ότι θα ήταν ένα ανορθόδοξο κείμενο δημοσιευμένο σε μια αριστερή εφημερίδα (που θέλει να γράφει ορθόδοξα;), που ίσως να μπέρδευε τον αναγνώστη ή να τον κούραζε, ακόμα χειρότερα..

Αλλά πώς σε κουράζει η ολοζώντανη γλώσσα, η ατελής και αυθεντική, που μεταφέρει στους κώδικές της όλα εκείνα που σημάδεψαν και καθόρισαν τον άνθρωπο που την μιλάει; Το κείμενο στο ΔΡΟΜΟ διορθώθηκε από τα χοντρά εκφραστικά λάθη της Όλγας, για να μπορούν να το καταλάβουν οι αναγνώστες. Πολύ σωστά. Οι αναγνώστες έτσι κι αλλιώς μάλλον δεν μπορούν να καταλάβουν τους μετανάστες. Αναρωτιέμαι, αν άκουγαν την Όλγα να τους μιλάει με τα δυσνόητα καμιά φορά ελληνικά της, θα κουράζονταν και θα τη διέκοπταν για να μιλήσουν τα "κανονικά" ελληνικά τους;

Το "εξευγένισαν" λοιπόν το κείμενο στο ΔΡΟΜΟ και κρίμα γιατί κατά τ'άλλα έχουν καλές προθέσεις. Ξαναδιαβάζοντάς το "διορθωμένο" (λες και είχε γίνει κάποιο λάθος) έχει χάσει τη βασική ουσία της δύναμής του. Η ιστορία της Όλγας δεν ήταν πρωτάκουστη. Είναι η ιστορία της Όλγας και ίσως και κάποιας Μαρίας και της Σβετλάνας, και της Βανέσας. Οι λέξεις που διαλέχτηκαν όμως και ο τρόπος που έμπαιναν στην σειρά ήταν μόνον της Όλγας και αυτήν ακριβώς την μοναδικότητα κάθε κοινής ιστορίας θέλαμε να υπενθυμίσουμε. Είναι άλλο να διαβάζεις: "Τα πήρε όλα η Μόσχα, εμείς τίποτα", για την εποχή που η Σοβιετική Ένωση κατακερμάτιζόταν και άλλο, να ξέρεις ότι είχε στην πραγματικότητα πει: " Πήρε όλα Μόσχα, εμείς χωρίς

Το κείμενο το αρχικό, με όλα όσα είπε η Όλγα, ατόφια, το δημοσιεύω στην προηγούμενη ανάρτηση. Ίσως πιάνομαι από τις λέξεις αλλά για εμένα έχουν ακόμα σημασία. Θα κοιμηθώ ήσυχη τελικά ότι ο κόσμος δεν σημείωσε και καμιά σπουδαία πρόοδο τα χρόνια που τον γνωρίζω: η αριστερά συνεχίζει να ζει με τα κόμπλεξ της και όταν δεν την ακούμε, παραμιλά στην καθαρεύουσα.

Όσο για την Όλγα, μου ζήτησε την Τετάρτη που την ξαναείδα, όταν βγει η εφημερίδα να της διαβάσω τη συνέντευξή της. Που τώρα πια όλοι θα καταλαβαίνουν καλύτερα. Εκτός από εκείνη.

AΠΟ ΤΟΠΟ ΞΕΝΟ...

Πολλά λέγονται και γράφονται για τους μετανάστες. Λιγότερα όμως αφήνονται να πουν οι ίδιοι. Τους ρωτάμε και μεταφέρουμε τις απαντήσεις τους προσπαθώντας να αποτυπώσουμε ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο μας δόθηκαν. Δικές μας είναι μόνο οι υπογραμμίσεις.
Όλγα Λουκά.

Είμαι από Λιβίου, Ουκρανία. Είναι χωριό αυτό, κοντά στην πόλη, χίλιους κατοίκους. Χήρα είμαι. Δεκαεφτά χρόνια. Όχι! δεν πέθανε γιατί αρρώστησε ο άντρας μου!.... Δεν ξέρω… Κάτι…

Έχω δυο γιους, μεγάλους, παντρεμένους και δυο εγγόνια: κορίτσι, αγόρι.
Πριν έρθω από Ελλάδα, όταν ζούσε άντρας μου δουλεύαμε μαζί. Εγώ δούλευα νοσοκομείο, αυτός υδραυλικός.

Πριν εύκολα. Πριν χωρίσαμε όλοι τα κράτη. Εμείς πριν, 15 κράτη μαζί, τότε ζούσαμε καλά. Σπουδάζαμε χωρίς λεφτά, νοσοκομεία χωρίς λεφτά, όλα πολύ φθηνά, πολύ καλά. 1991, χωρίσαμε, τότε σιγά σιγά δύσκολα, εμείς χωρίσαμε, παγώσανε λεφτά στη τράπεζα, πόσο; έξι μήνες; Δουλειά χωρίς λεφτά, δίνανε κάτι λίγα, εντάξει, να περνούσαμε τότε, δίνανε κάτι, ζάχαρη, αλεύρι, κάτι άλλα πράγματα, δεν είχε τότε λεφτά. Πήρε όλα Μόσχα, εμείς χωρίς. Και σιγά σιγά κλείσανε εργοστάσια, είχα παιδιά, είχα πεθερά μου, τότε πέθανε άντρας μου, πολύ δύσκολα.

2002 έφυγα. Δεν μπορούσα να πληρώσω, δεν φτάνανε λεφτά. Έφυγα. Πρέπει.
Είχα από δω φίλους. Η φίλη μου με αντάμωσε, μου βρήκε σπίτι, μου βρήκε δουλειά. Άλλη χώρα δεν είχα φίλους. Μαρία την λένε τη φίλη μου.

Τότε μείναμε στη Λιοσίων. Βρήκα δουλειά πρώτα στη Γλυφάδα, μετά Καισαριανή και μετά εδώ, Χαλάνδρι. Ενάμιση χρόνο δούλευα Γλυφάδα, πρόσεχα γιαγιά. Ψυχολογικά, δύσκολα. Ήρθα δεν ήξερα να μιλήσω, ούτε καλημέρα, ούτε καλησπέρα, μετά έμαθα κάτι άλλα. Καισαριανή φερθήκανε καλά, σήμερα παίρνουν τηλέφωνο, πώς εγώ, γλυφάδα εγώ λέω ψυχολογικά πολύ δύσκολο. Αν καταλαβαίνετε.

Βέβαια πιστεύω στον Θεό! Αν έχω ρεπό πάω εκκλησία κάθε Κυριακή. Στην Αχαρνών. Εμείς έχουμε ουκρανική εκκλησία, νοικιάζουμε από εκκλησία ελληνική, κάτω. Πάνω ελληνική εκκλησία, εμείς νοικιάζουμε κάτω. Σε ένα υπόγειο.

Λεφτά εμείς δίνουμε! Όλοι που πάμε δίνουμε. Εμείς την κρατάμε την εκκλησία. Εκκλησία όλοι κρατάνε! Τι; Παπάδες κρατάνε εκκλησία;; όχι..

Μια Κυριακή έχω αλλά αν πας εκκλησία μισή Κυριακή. Μετά πάμε σπίτι κάνουμε φαί, μιλάμε δικιά μας γλώσσα, πάμε επίσκεψη, στον καλό καιρό πηγαίναμε θάλασσα.
Την έχω μάθει την Αθήνα. Κυκλοφορώ τώρα με λεωφορεία, τρόλευ, μετρό. Κίεβο καθόλου, από μακριά Κίεβο. Δεν ξέρω Κίεβο, δυο φορές πήγα στο αεροδρόμιο.

Το Χαλάνδρι δεν μοιάζει με το Λιβίου. Εδώ άλλα σπίτια, τι καλό πολύ: κλίμα! Πολύ ωραίο κλίμα. Εμείς έχουμε πολύ κρύο. Εδώ ο χειμώνας λίγο, δεν καταλαβαίνω. Εμείς χιόνια πολύ, πολύ δύσκολα.

Να γυρίσω, ναι… Από κει παιδιά, εγγόνια, αδέλφια, πατέρα, μητέρα. Όλοι από κει. Εγώ μόνη μου.

Το Λιβίου είχε πολλά εργοστάσια. Ο κόσμος έφυγε για Ισραήλ, Ελλάδα, Ισπανία, Αμερική. Τώρα κάνουμε φυσικό αέριο, πολύ ακριβαίνει. Τώρα 100 από 50, σε δύο μήνες άλλα 50. Μισθός δεν είναι μεγάλος. Τώρα πιο δύσκολα, πώς να δούμε, πώς να περάσουμε.

Τι εύχομαι για το μέλλον; Αν όλα καλά, να ανοίξουν εργοστάσια, ο κόσμος να δουλεύει, να έχει, να μπορεί να ζήσει.

Γιατί η φτώχεια χάλασε τις οικογένειες.