Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

αμάν μωρέ Β.

δεν με νοιάζει που δεν μιλάμε πια.
έτσι κι αλλιώς μιλάς πολύ και μ εκνευρίζεις.

με νοιάζει που δεν άκουσα ποτέ
τη μαγική φράση του σαμάνου χμερ

που απωθεί τα τέρατα,
κρυμμένα κάτω απ'το κρεβάτι.

Γιατί το κρεβάτι είναι ένα βαρετό μέρος,
όταν ξαπλώνω μόνο για να σε σκέφτομαι.


Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

σεμπρεβίβα*


Γράφω, γιατί είναι αβάσταχτη σήμερα η λευκότητα του χαρτιού.

Θυμίζει το άσπρο σου κρεβάτι με το λευκό σατέν, τα κάτασπρα κρίνα τριγύρω, τα κουφέτα που δεν ήταν του γάμου σου. Τα χλωμά μας πρόσωπα  -και το δικό σου ατάραχο.

Στις συστάδες των χρόνων που ίσως μας φορτωθούν, καμιά πρωτοχρονιά δεν θα είναι όπως εκείνες. Σε όλες μετρούσαμε αντίστροφα, -κανείς δεν φανταζόταν ότι μετράει κι αντίστροφα ο χρόνος- αλλά ήμασταν παρέα. Όπως εκείνη του μιλένιουμ, που μας βρήκε δίπλα στον κάδο σκουπιδιών της Καζανόβα. Αν τότε ξέραμε πως απομένουν μόνο δεκατρείς, θα βγάζαμε τα ηχεία στο μπαλκόνι και θα καίγαμε όλα τα βεγγαλικά μέχρι να γίνει ο Πειραιάς παρανάλωμα. Αλλά σάμπως, θα πεις, αυτό δεν έκανες;

«Γιατί μου κάνετε κηδεία;» ρώτησες. «Είσαστε με τα καλά σας;»
 Προτιμούσες πάρτι.

Και εμείς κάτσαμε όλοι μαζί, κάπου θα ‘σουνα κι εσύ ανάμεσα στον άπειρο κόσμο που μαζεύτηκε να χαιρετίσει, και λέγαμε, λέγαμε για σένα, αλλά δεν σε θάβαμε... Δεν θάψαμε εσένα Θόδωρε.
Θάψαμε αυτά, που τα σκέπαζε η θάλασσα της Πλατειάμμου με κύματα τσουνάμι. Αυτά, που κρύβονταν μέσα στις βάρκες όταν παίζαμε κρυφτό, κάθε βράδυ έξω από το σπίτι της θείας Γιαννούλας. Αυτά, που γνώριζαν όλα τα καψουροτράγουδα της υφηλίου. Αυτά, που έσερναν το καραπιπερίμ, που ήταν οι μέρες τους ένα αδιάκοπο γλέντι. Αυτά, που έδιναν σήμα στον παιδικό ασύρματο για να γίνει το ντου στο αρχηγείο του εχθρού. Αυτά, που ήταν ακόρεστα από χάχανα, μασκαρέματα και φάρσες που μας έβαζε να κάνουμε ο Μηνάς.
Σήμερα κηδέψαμε τα παιδικά μας χρόνια.

Καλό ταξίδι φίλε μου.                                                                                                                                                    

Αθήνα,
18.2.2013


Υ.Γ. Η απώλεια είναι εκτός από παράγοντας θλίψης, και ένας της συνειδητοποίησης. Κατανόησης των ορίων του φθαρτού, αλλά και του απεριορίστου των εσωτερικών διεργασιών που γεννά η αρχή της ύπαρξης και η παύση της, για αυτούς ας πούμε που θα βρεθούν στα μαιευτήρια και στα κοιμητήρια, να την παρατηρήσουν. Αυτή η γνώση, η πιο κοινή και άχρονη και όμως δυσαπόκτητη, καθαρίζει από τα περιττά και μισαλλόδοξα το ενδιάμεσο μονοπάτι∙ ο δρόμος, που ενώνει μια αρχή με την άκρη της, είναι επίτηδες πλατύς για να χωράει κόσμο. Οι πορείες μας ας είναι μαζικές. Εκείνο που (πρέπει να) μένει από τον σπαραγμό, είναι η συντροφικότητα: η μόνη που εγγυάται νίκες. Ακόμα και νίκες απέναντι στο θάνατο -ή μάλλον κυρίως τέτοιες.




*η σεμπρεβίβα φυτρώνει μόνο στα Κύθηρα, ανάμεσα στα βράχια και τις πέτρες, εκεί που φαίνεται πως δεν μπορεί να ανθίσει κανένα άλλο λουλούδι. Το όνομά της σημαίνει «πάντα ζωντανή».