Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

μικρές μου βόλτες. αθηνοπούλες.

Και περπατούσα μέσα στο κρύο, σχεδόν έσερνα τα βήματά μου μιμούμενη το χρόνο που κάνει ένα δευτερόλεπτο να παρέλθει. Αλήθεια, τίποτα στον κόσμο δεν έχει πιο σύντομη ζωή από το δευτερόλεπτο. Ίσως το κλάσμα βέβαια αλλά ποιος νοιάζεται για τα πολύ μικρά τούτης της ζήσης, όπως κλάσματα δευτερολέπτων, κόκκοι άμμου, αμοιβάδες και γκόμενοι. Ώπα αυτό το τελευταίο είναι από προηγούμενα ποστ.

Ε και περπατούσα στην Βουκουρεστίου, μην τα ρωτάς, και ένα πιτσιρίκι καθόταν σχεδόν κατάχαμα, στηριζόμενο στις φτέρνες, με το κεφαλάκι στερεωμένο ανάμεσα στις μικρές παλάμες. Περνάει ένας από αυτούς που θα έλεγες πρεζάκια αλλά που εγώ που είμαι political correct θα πω θύμα μιας κατάστασης ολοκληρωτικής υποδούλωσης, και φωνάζει γελώντας στην μαμά του μικρού παιδιού: "κοίτα το κοίτα το, για φωτογραφία είναι, σαν να βαριέται αφόρητα στη μέση του δρόμου, πωπω φοβερή πόζα, φοβερή φωτογραφία"¨. Τάδε έφη, ο πιο οξυδερκής παρατηρητής-σημειολόγος της Βουκουρεστίου για ένα κοριτσάκι που βαριόταν πάρα πολύ τις ασχολίες των μεγάλων, κάπου ανάμεσα στα ακριβότερα κοσμηματοπωλεία της πόλης στολισμένα με λαμπιόνια madeintaiwan και γουναρικά. Αλλά πολλά γουναρικά βρε παιδί μου.

Και μιλώντας για λάμπες, εμένα τη μάνα μου τη λένε Φωτεινή και δούλευε χρόνια υπηρέτρια  γραμματέας σε μια εταιρεία που κατασκεύαζε φωτιστικά. Κάτι που όταν ήμουν μικρή πίστευα πως κάνουν όλες οι μαμάδες που λέγονται φωτεινές. Ε τέλοσπαντων, η δουλειά της βρισκόταν στο σημείο εκείνο της Βουλιαγμένης που είναι τα πολλά μαγαζιά με τα φωτιστικά. Αν ξέρεις από Ν.Π. αποκλείεται να μην το έχεις προσέξει. Εκεί είχα παρκάρει σήμερα και το αμάξι μου, αλλά τα μαγαζιά ήταν κλειστά την ώρα που επέστρεφα απ΄τη δουλειά.. Στην τζαμένια πόρτα ενός από αυτά, ήταν κολλημένη κόλλα Α4 με χειρόγραφο σημείωμα:                              "50 ΧΡΟΝΙΑ 50".
Ε, συγκινήθηκα!....
Για τα άθλια φωτιστικά του μαγαζιού που όλο και κάποιος αγοράζει εδώ και 50 χρόνια, για την λακωνική δήλωση την τόση περηφάνια εμποτισμένη, για την λιτότητα και την ευτέλεια του χαρτιού και τα προσεγμένα (στρογγυλά θα τα λεγε ο πατέρας μου) γράμματα με το κόκκινο στυλό, που μαρτυρούσαν τον μόχθο και την ρουτίνα μιας ζωής...

Ξέχασα να πω πως την βιτρίνα του μαγαζιού κοσμούν -ανάμεσα στα φωτιστικά- και δυο βιβλία από αυτά  που δίνουν οι εφημερίδες: μία βιογραφία της Κάλλας και μία του Παβαρότι.

Έχω αρχίσει να ξεκαθαρίζω τα στέκια μου.

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Λίγα λόγια για τα χρυσόψαρα

-Τα χρυσόψαρα χτυπάνε τη μουσούδα τους στη γυάλα.
-Δεν ήξερα πως τα χρυσόψαρα έχουνε μουσούδα.
-Είναι αυτό το μικρό κενό κάτω από τα μάτια τους, σαν αρχή ενός σωλήνα που καταλήγει στ'άπειρο, μόνιμα διερωτώμενο.
-Σιγά τις απορίες των χρυσόψαρων!

-Κι όμως αναρωτιούνται που βρήκες την ασχήμια σου.
-Φταίει η παραμόρφωση της επιφάνειας της γυάλας.
-Κι αναρωτιούνται γιατί αναβοσβήνει συνέχεια ο ήλιος. Τι μετανιώνει;
-Φταίει που σβήνει το φως σαν φεύγει κάποιος.
-Όχι, φταίει που φλυαρείς κι όταν σωπαίνεις. Κραυγαλέα σήματα μορς για όποιον τυχαίνει περαστικός.
-Τι ξέρουν τα χρυσόψαρα από φλυαρία;;
-Ό,τι κι εσύ από λευτεριά!
-Τα δίνω όσο όσο για έναν ακόμη κάκτο.
-Οι κάκτοι είναι για τα κορίτσια.
-Για τα κορίτσια είναι τα χρυσόψαρα. Για τα αγόρια οι γυάλες τους.
-Και οι κάκτοι για ποιον είναι;
-Για όποιον μπορεί να τους φιλήσει.







   Αργότερα μάθαμε πως τα χρυσόψαρα δεν ζουν άνετα σε λιγότερο από 30 λίτρα νερού έκαστο. Μην αγοράζετε χρυσόψαρα. Δεν θα κοιμάστε τα βράδια από το άγχος της αιχμαλωσίας τους.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Παρίσι Part 1,6 (καλά αστειεύομαι)

         Tell me what company thou keepst, and I'll tell thee what thou art.


Δεν βρήκαν από την αρχή τα όμορφα μέρη και τα μικρά δρομάκια που τους άρεσαν. Ωστόσο πήγαιναν piano vache κάθε Δευτέρα... Και στο τζαμί για τσάι και ναργιλέ συχνά...

άραζαν στον Seine αλλά αν η μπόχα από χθεσινά ούρα ανακατευόταν με το παγωτό τους από το bertillon το έπαιρναν και κατηφόριζαν προς Marais...


Αγαπιόνταν ακόμα και στις Βερσαλίες (ειδικά στα ιδιαίτερα του βασιλιά) όπου κόβαν τα λουλουδάκια που απαγορευόταν να κόψεις για να δουν αν είναι σκυλάκια ή γαρδένιες. Και μετά τα τρώγανε...



                        και άμα είχαν πλούσιους φίλους που τους τραβολογούσαν στην disneyland και τους πλήρωναν τα εισιτήρια, πήγαιναν στην αρχή νυσταγμένοι μετά πέθαιναν από ευτυχία. Κάτι ρολόγια που έχουν, κλεμμένα είναι.


                                                   και είχαν γείτονες που έμεναν στο Μονακό...

                                                                                       
      ενώ οι ίδιοι στην fondation μαζεύονταν το βράδυ στο σαλόνι για τίτσου και καθάριζαν το δωμάτιο  πιο συχνά απ'ότι η femme de menage...



και είχαν φίλους που μαζί κάνανε τα πρώτα τους μεθύσια...



και άλλους που έβαζαν στα ρουθούνια τους λεβάντες για να δουν αν μπορούν να τις βγάλουν απτ'αυτιά...

 

                                           Κάνανε παρτούζες εννοείται. Από τον πολύ ιδρυματισμό.


και μετά αρχιτεκτονικούς περιπάτους στην belleville.




Kαι μετά φύγαν...
                                                      

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

6

Δεν ήταν αγαπημένη μέρα η 6η Δεκεμβρίου, σχεδόν ποτέ. Εορταστικά αν το δεις, πολλούς Νίκους στο σχολείο δεν είχαμε, δεν ήταν σαν του άη-γιώργη ας πούμε που είχαμε τέσσερις και τρώγαμε ένα σωρό γλυκά.
Αρκετά αργότερα, μια 6η Δεκεμβρίου έφυγε μια γυναίκα που αγαπούσαμε πολύ. Σ'εκείνην χρωστάω την καλύτερη φίλη μου. Και έναν χρόνο μετά, ήμουν σ'ενα πάρτυ στο Πάντειο πριν κατέβω εξάρχεια να συναντήσω τον Νικόλα για να πιούμε στην υγειά του όταν μου είπε στο τηλ. "στα εξάρχεια γίνεται χαμός, χτυπήσανε ένα παιδί, είναι στο νοσοκομείο".

Τις μέρες που ακολούθησαν δεν τις κατάλαβα αμέσως, παρά αργότερα που τις συζητούσαμε εκτός δρόμου σε συνελεύσεις και εκδηλώσεις και πυρήνες. Ήταν ωστόσο οι φορές που απέκτησα αντίληψη του κινδύνου και συνειδητοποίησα την αλληλεγγύη στα προστατευτικά τραβήγματα των συντρόφων όταν περικύκλωναν οι μπάτσοι τη Σταδίου και είδα τον διπλανό μου να σωριάζεται.

Αν ο Δεκέμβρης ήταν ερώτηση εγώ δεν κατάλαβα τη διατύπωσή της. Γιατί δεν μπορείς να ρωτάς στο διηνεκές, κάποτε πρέπει να λάβεις τις απαντήσεις σου ή να τις δώσεις σε αυτούς που δεν ρώτησαν καν. Ο Δεκέμβρης του 8 δεν κατάφερε να αλλάξει τους πολιτικούς συσχετισμούς της περιόδου και δεν θα το κάνει κανένας επόμενος Δεκέμβρης λειτουργώντας "επετειακά". Τα μόνα παραδείγματα που θα δημιουργεί θα είναι αυτά του πολιτικού αυτισμού, όπου θα ξεσπούν τα κατώτερα ένστικτα των χούλιγκαν του γηπέδου (ένστικτα που είναι εν μέρη πολιτικά-ωστόσο ακουσίως) κι όπου η αναπαράσταση πάλης δεν θα χει νικητές μα ούτε και ηττημένους και που ούτε καν θα ξεκαυλώνει -παρά μόνο θα τυραννά τις εναπομείνασες νερατζιές των Εξαρχείων.

Λοιπόν, η 6η μέρα του Δεκέμβρη είναι μια αφορμή για το ζέσταμα των αρθρώσεων που δίνουν στο χέρι τη δυνατότητα της ρίψης μιας πέτρας. Καλλιεργεί σαν να λέμε μια κινηματική κουλτούρα. Δεν είναι όμως το ίδιο το κίνημα, δεν είναι καν ο απόηχος του, είναι sine qua non, το ελάχιστο δεδομένο που οφείλει να τίθεται φυσιολογικά και να ξαναμαζεύει τον κόσμο πίσω στο δρόμο.
Εν είδει τοποθέτησης.


Και για να μην ξεχνιόμαστε:


Υ.γ. για την πορεία των μαθητών το πρωί άκουσα μια κυρία να καμαρώνει. Είναι γιατί, μόνο οι μαθητές αισθάνονται ακόμα έντονα πως αυτός που έφυγε ήταν ένας δικός τους. Είμαι σίγουρη πως έφηβοι του 2023 θα νιώθουν ακόμα την ταύτιση και την απώλεια. Είναι τουλάχιστον ελάχιστα παρήγορο μέσα στην αδίστακτη πραγματικότητα της δολοφονίας ενός παιδιού, να παρατηρείς πώς συντελείται η πολιτική αφύπνιση.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Παρίσι Part I

Πριν κατιτίς λιγότερο από ένα χρόνο, Γενάρη του 11, βρέθηκα σε μια μεγάλη περιφερειακή λεωφόρο που οδηγούσε στην άκρη του πυκνού συγκοινωνιακού δικτύου της πόλης, με ένα ταξί που ο οδηγός του ρευόταν φιλάρεσκα.

Αυτός ο δρόμος τόσο ξένος και τόσο αδιάφορος -πλην μερικών γκραφιτι που είχα μάθει ήδη να παρατηρώ καλύτερα- διανύθηκε πολλές φορές στη συνέχεια όταν αποχαιρετούσα φίλους στο αεροδρόμιο, αλλά πιο ανάλαφρα όταν τους υποδεχόμουν στον καινούριο μου τόπο. Αυτός ο τόπος, δικός μου για 6 μήνες και για πάντα, είναι μια δεύτερη πατρίδα, -μια τρίτη με το νησί-, πουθενά αλλού δεν έχω ζήσει στον κόσμο τόσες πολλές μέρες μαζεμένες κι ας μην τις αγάπησα όλες.

Το Παρίσι είναι γκρίζο μα περισσότερο είναι κίτρινο. Έχει το χρώμα του ξεθυμασμένου χρυσού. Είναι και λίγο χλωμό κόκκινο με σταγονίτσες ώχρας τα βράδια, και στα προάστια έχει το χρώμα του μπετόν και της τσουκνίδας πλήρως ενσωματωμένο το ένα στο άλλο, που τελικά βγαίνει ροζ από ρουχαλάκια μωρού στους ώμους της μάνας του.
Κάπου κάπου, γαλανό (ciel) και μπεζ (beige) πάνω σε καφέ τελάρο, αλλά όταν τρώω παγωτό μύρτιλλο στο Ille-saint-Luis, το Παρίσι έχει το χρώμα της γλώσσας μου.
Λαχταριστό μοβ, μαύρο, όλα τα χρώματα σφιχταγκαλιασμένα, σαν να με εξανάγκασε σε γαλλικό γλωσσόφιλο όλο αυτό το σκηνικό με τα περπατητά στις όχθες του Σηκουάνα και το μαλακό φως πάνω στα μάτια όσων αγναντεύουν απ'την άκρη της γέφυρας.

Λοιπόν το Παρίσι ήταν για μένα ένας όλεθρος της δημιουργίας, έριξε την ψυχή μου στο κενό.
Πολύ αργότερα θα καταλάβαινα πως αν δεν ατένιζα με τις ώρες το τίποτα, δεν θα διαπίστωνα ποτέ ότι είμαστε φτιαγμένοι, εμείς και το τίποτα, από το ίδιο υλικό -όχι όμως και οι προεκτάσεις μας.

Οι επιλογές και οι προοπτικές, -ή η επιλογή της προοπτικής-, τα ρίσκα και τα μετανιώματα, -ή το ρίσκο του να μετανιώνεις- και κείνο το σημείο του ορίζοντα που το μάτι μπορεί να δει και ακόμα και κείνο που μόνο φαντάζεται , όλα αυτά δεν είναι από το υλικό του τίποτα, είναι από εκείνο του χάους, του σχηματοποιημένου χάους που είναι απέραντο και τόσο μικρό ώστε να το παίρνεις παντού μαζί.
Κυρίως όταν επιστρέφεις στην Αθήνα.

Έφυγα από το Παρίσι με κλάματα όπως ακριβώς είχα φτάσει. Αυτά εγώ τα κάνω και λίγο για να μην χαλάει το προξενιό. Το μετάνιωσα το φευγιό μου πολλές φορές, για πράγματα πρακτικά: η Αθήνα έβραζε εκείνους τους μήνες στις πλατείες και η περιέργειά μου στο Παρίσι παρέμενε λοβοτομημένη. Και ήταν και οι τύψεις βέβαια για κεινον που αντάλλαξα με ευκολία για ένα ακίνητο ταξίδι.
Όμως η σκέψη του  με κατατρώει συχνά. Κι ακόμα έχω τη μυρωδιά του στα ρουθούνια μου.

Μυρίζει σώματα στη χλόη,
ανθρώπινα υγρά,
κλεισούρα μπαούλου σφραγιστού ενός προπάππου με μουστάκι,
ακριβό άρωμα που μπερδεύεται στα Βάγια μιας Κυριακής στη Notre Dame,
μαγειρεμένα όσπρια και έρημο στα προάστια,

και αλμύρα μιας θάλασσας μακρινής κι απροσδιόριστης, αλλά που βλέποντας τον Seine να κυλά, ξέρεις με βεβαιότητα πως υπάρχει.






α ναι. κι ένα τραγούδι τραγουδισμενο πάνω από τις παρισινές μας κατσαρόλες με μακαρόνια 6 μηνών.

πρωινό στο κρεβάτι γιατί μεσημέριασε


Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011


Κάθε φορά που βρίσκω τον εαυτό μου, τρομάζω, βασικά ξενερώνω, χαλιέμαι βρε αδερφέ. Το ίδιο ισχύει και για σένα μωρό μου. Κάθε φορά που είσαι ο εαυτός σου, είναι χάλια. Ψέματα, αν το κάνεις to tha bone ίσως είναι τέλειο, τόσο τέλειο που δεν αντέχεται. Κανείς δε σε θέλει έτσι. Νιώστο. Άσε που ποτέ δεν ήσουν. Αν ήσουν θα είχες πρόβλημα σοβαρό, σοβαρά. Νομίζω αυτό το be yourself είναι ότι πιο φυγόπονο έχω ακούσει ποτέ. Και αυτό επειδή η δύναμη της αγάπης είναι δυνατότερη από την προσπάθεια να είσαι τέλειος. Ή επειδή το μουνί μου είναι πιο καυτό από τη μολότοφ σου. Ή επειδή έχω δει την αλήθεια και δεν βγάζει κανένα νόημα. Ή επειδή παίρνεις πολύ μεγάλες τζούρες για την ηλικία σου.

στο:
http://mesotoixia.blogspot.com/2011_09_01_archive.html

ξέρει ο birba.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

σχετικά με το οριζόντιο οχτώ

ακύρωσα το μάθημα χορού κι έκατσα μέσα. Η αλήθεια είναι πως έχω κουραστεί με τα πηγαινέλα των ημερών αλλά φαντάζομαι πως μόνο έτσι σε πολεμάω κρίση. Ταυτότητας.

Κι έπειτα αυτό δεν θα το έκανα απόψε, ωστόσο φαντασιώνομαι ήδη τη στιγμή που θα στριφογυρίζω πιασμένη από το στύλο με το σώμα σχεδόν κάθετο σ'αυτόν και τα πόδια στον αέρα θα γκρεμίζω με κλοτσιές τον ένα μετά τον άλλο παφ παφ παφ παφ κάτι τοίχους που έχουν ονόματα, δε λέμε.

έμεινα λοιπόν μέσα για να χαζέψω λίγο τα μπλογκς και να ανακαλύψω φτηνή μουσική στο ιντερνετ. Και μεταξύ άλλων να λύσω κάτι απορίες τόσο μεγάλες όσο μικρά είναι τ'αρχίδια σου.

πόσα εκατοστά είναι το πλάτος της παλάμης σου και πόσο μακριά τα δάχτυλά σου; Χωράει το στήθος μου μαζί με την καρδιά μου;

κι όσο για σένα: ακόμα αναρωτιέμαι που και που. Πως τόλμησες να με φιλήσεις σίχαμα με γλώσσα ποτισμένη σε ξένα στόματα, με μυρωδιές άλλες από εκείνη της κλεισούρας κάτω από την κουβέρτα που με σκέπαζες;..

και για να μαθαίνεις:
τυχαίο είναι που ο ήλιος ανατέλλει κάθε μέρα.
όχι τα δικά μου γόνατα που ξεκούρασαν για λίγο τα οστά σου.
άσχετε.

Sous les pavés, la plage!


καλό Δεκέμβρη